Η επίγνωση αυξημένου κινδύνου διαβήτη δεν προκαλεί αλλαγές σε διατροφή και άσκηση

επίγνωση αυξημένου κινδύνου διαβήτη χωρίς αλλαγές στη συμπεριφορά

Υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν ότι συγκεκριμένες συνήθειες, όπως η περισσότερη σωματική άσκηση ή η απουσία επεξεργασμένων και τηγανητών τροφίμων από τη διατροφή, μπορούν να αυξήσουν ή να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, ειδικά σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο για την πάθηση. Ακόμη, όμως, και όταν γνωρίζουν ότι υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, οι άνθρωποι είναι απίθανο να υιοθετήσουν τέτοιες αλλαγές, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of the American Board of Family Medicine.

Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα από την Έρευνα Εξετάσεων Υγείας και Διατροφής (NHANES) 2015 και 2016, η οποία στοχεύει να είναι μια αντιπροσωπευτική έρευνα για συγκεκριμένο πληθυσμό των ΗΠΑ. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα ολοκλήρωσαν μια συνέντευξη στο σπίτι τους και υποβλήθηκαν σε κλινικές και εργαστηριακές εξετάσεις σε κινητό εξεταστικό κέντρο. Με βάση τα αποτελέσματα των εξετάσεών τους, καθώς και τις απαντήσεις σε ερωτήσεις συνέντευξης, ορισμένοι συμμετέχοντες συμπεριλήφθηκαν στην τελευταία μελέτη.

Συνειδητοποίηση κινδύνου του διαβήτη

Η μία ομάδα, που είχε γνώση του προδιαβήτη, περιελάμβανε 389 άτομα που είχαν ενημερωθεί από τον πάροχο υγειονομικής περίθαλψης για τη διάγνωση προδιαβήτη. Η άλλη ομάδα περιελάμβανε 410 άτομα με επίπεδο A1C μεταξύ 5,7% και 6,4% που δεν τους είχαν πει ότι είχαν προδιαβήτη.

Οι ερευνητές ενδιαφέρθηκαν για το αν μέλη των δύο ομάδων – εκείνοι που γνώριζαν για τον προδιαβήτη τους και εκείνοι που δεν γνώριζαν – είχαν διαφορετική προοπτική για την υγεία τους και την ανάγκη υιοθέτησης υγιών συμπεριφορών για τη μείωση του κινδύνου διαβήτη. Εξετάστηκαν τέσσερα διαφορετικά ερωτήματα στην έρευνα NHANES: “αίσθημα κινδύνου για ανάπτυξη διαβήτη, αυτοαντίληψη γενικής κατάστασης υγείας, αντίληψη για το βάρος και επιθυμία να χάσουν βάρος”. Το ερευνητικό ενδιαφέρον στράφηκε, επίσης, στο εάν οι πραγματικές συμπεριφορές ήταν διαφορετικές μεταξύ των δύο ομάδων, εξετάζοντας τις απαντήσεις των συμμετεχόντων σε 17 ερωτήσεις σχετικά με τις διατροφικές συμπεριφορές και τη σωματική δραστηριότητα.

Επιπτώσεις στις αντιλήψεις

Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στο επίπεδο A1C, στο δείκτη μάζας σώματος, φυλετικές ή εθνικές διαφορές ή στο επίπεδο εκπαίδευσης μεταξύ των δύο ομάδων. Ωστόσο, τα μέλη της ομάδας που γνώριζε για τον προ διαβήτη είχαν περισσότερες πιθανότητες να είναι γυναίκες και να έχουν ασφάλιση υγείας, ένα μέρος υγειονομικής περίθαλψης που επισκέπτονται και μια εξέταση αίματος για διαβήτη τα τελευταία τρία χρόνια.

Υπήρχαν αξιοσημείωτες διαφορές στο πώς τα μέλη των δύο ομάδων αντιλαμβάνονται την υγεία τους. Ενώ το 67,1% όσων ήταν στην ομάδα που γνώριζε για τον προδιαβήτη θεώρησαν ότι θα μπορούσαν να διατρέχουν κίνδυνο για διαβήτη, μόνο το 24,9% εκείνων που ανήκαν στην ομάδα που δε γνώριζε δήλωσαν το ίδιο. Και ενώ το 32,2% εκείνων που γνώριζαν είπαν ότι η υγεία τους ήταν εξαιρετική ή πολύ καλή, για την ομάδα που τα μέλη της δε γνώριζαν τον προδιαβήτη είπαν το ίδιο σε ποσοστό 41,4%.

Παρόλο που δεν υπήρχαν συνολικές διαφορές στο σωματικό βάρος μεταξύ των δύο ομάδων, το 69,3% εκείνων που είχαν γνώση του προδιαβήτη θεώρησαν ότι ήταν υπέρβαροι, ενώ μόνο το 51,4% στην άλλη ομάδα δήλωσαν το ίδιο. Επιπλέον, το 51,5% εκείνων στην ομάδα που γνώριζαν τον προδιαβήτη δήλωσαν ότι είχαν προσπαθήσει να χάσουν βάρος τον προηγούμενο χρόνο, μόνο το 35,3% αυτών στην ομάδα που δεν γνώριζαν δήλωσαν το ίδιο.

Επιπτώσεις στη συμπεριφορά

Ωστόσο, υπήρχαν πολύ λιγότερες σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων στις αναφερόμενες διατροφικές και σωματικές συμπεριφορές. Στην πραγματικότητα, οι απαντήσεις και στις επτά ερωτήσεις σχετικά με τις διατροφικές συμπεριφορές ήταν στατιστικά οι ίδιες μεταξύ των δύο ομάδων.

Αντίστοιχα, οι απαντήσεις σε ερωτήσεις σχετικά με τη σωματική δραστηριότητα δεν είχαν σχεδόν καμία διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων, με εκείνους στην ομάδα που γνώριζε για τον προδιαβήτη στην πραγματικότητα να αναφέρουν ότι ξοδεύουν λιγότερο χρόνο κάνοντας μέτρια σωματική δραστηριότητα σε μια τυπική ημέρα σε σχέση με εκείνους στην ομάδα που δεν γνώριζε για τον προδιαβήτη.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα άτομα που γνώριζαν την κατάσταση του προδιαβήτη τους ήταν πιο πιθανό να αισθάνονται ότι διατρέχουν κίνδυνο για διαβήτη και να εκτιμήσουν την υγεία τους ως χειρότερη συγκριτικά με όσους δε γνώριζαν. Ωστόσο, παρά την επίγνωση αυτού του κινδύνου για διαβήτη, ‘οι συμμετέχοντες δεν ανέφεραν αυξημένη εμπλοκή στις συμπεριφορές υγείας”, έγραψαν οι ερευνητές. “Αυτό μπορεί να οφείλεται στην απουσία αντίληψης της σοβαρότητας του διαβήτη, στην έλλειψη αυτο-αποτελεσματικότητας, στην έλλειψη ωφελειών στη δράση, στα σημαντικά εμπόδια στη δράση, στην έλλειψη ενδείξεων για δράση ή σε κοινωνικούς παράγοντες”.

Με πληροφορίες από Diabetes Self-Management

Μετάβαση στο περιεχόμενο