Η λήψη βιταμίνης D οδηγεί σε χαμηλότερα επίπεδα A1C στο διαβήτη τύπου 2

Η λήψη βιταμίνης D οδηγεί σε χαμηλότερα επίπεδα A1C στο διαβήτη τύπου 2

Η λήψη βιταμίνης D οδηγεί σε χαμηλότερα επίπεδα A1C στο διαβήτη τύπου 2

Τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 που έλαβαν συμπλήρωμα βιταμίνης D έτειναν να έχουν χαμηλότερα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (A1C) σε σχέση με εκείνους που δεν έπαιρναν βιταμίνη D, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Frontiers in Endocrinology.

Όπως έγραψαν οι συγγραφείς της μελέτης, μια ανεπάρκεια σε βιταμίνη D θα μπορούσε να παίξει βασικό ρόλο τόσο στην ανάπτυξη του διαβήτη τύπου 2 όσο και στην εξέλιξή του. Προηγούμενες μελέτες δείχνουν ότι η βιταμίνη D στο σώμα μπορεί να συνδέεται με την έκκριση ινσουλίνης στο πάγκρεας, την αντίσταση στην ινσουλίνη στα κύτταρα σε όλο το σώμα και την παρουσία φλεγμονής που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επιπλοκών του διαβήτη.

Για την τελευταία μελέτη, οι ερευνητές ενδιαφέρθηκαν για το πώς η λήψη βιταμίνης D μπορεί να επηρεάσει ορισμένα αποτελέσματα που σχετίζονται με τον διαβήτη, ιδιαίτερα τον έλεγχο της γλυκόζης στο αίμα, αλλά και συγκεκριμένα μέτρα αντίστασης στην ινσουλίνη. Συγκέντρωσαν 130 συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2, όλοι οι οποίοι έλαβαν μόνο μετφορμίνη ως θεραπεία διαβήτη. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 62,3 έτη και η μέση διάρκεια του διαβήτη τύπου 2 ήταν περίπου πέντε χρόνια στην αρχή της μελέτης.

Η μελέτη

Στους συμμετέχοντες ανατέθηκε τυχαία είτε να λάβουν ένα συμπλήρωμα βιταμίνης D είτε να μην λάβουν ενώ συνέχισαν τη λήψη μετφορμίνης. Για τους συμμετέχοντες που έλαβαν συμπλήρωμα βιταμίνης D, οι ερευνητές ακολούθησαν οδηγίες από την Endocrine Society σχετικά με τη σωστή δόση, η οποία βασίζεται στα επίπεδα της βιταμίνης D στο αίμα. Αυτό σημαίνει ότι οι συμμετέχοντες που βρέθηκαν να είχαν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D κατέληξαν να λάβουν μεγαλύτερες δόσεις της βιταμίνης ως μέρος της μελέτης. Οι συμμετέχοντες συνέχισαν να λαμβάνουν ή να μην λαμβάνουν βιταμίνη D για τη διάρκεια της μελέτης των έξι μηνών, με ενδιάμεσες μετρήσεις που ελήφθησαν μετά από τρεις μήνες.

Οι συμμετέχοντες στην ομάδα θεραπείας με βιταμίνη D ξεκίνησαν με κάπως χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D, κάτι που ήταν καθαρά τυχαίο αφού οι ομάδες επιλέχθηκαν τυχαία — το μέσο αρχικό επίπεδο βιταμίνης D ήταν 48,70 nmol/L στην ομάδα θεραπείας με βιταμίνη D και 58,02 nmol/L στην ομάδα μόνο με μετφορμίνη. Ωστόσο, μετά από τρεις μήνες, τα επίπεδα βιταμίνης D αυξήθηκαν κατά μέσο όρο στα 104,7 nmol/L στην ομάδα θεραπείας, αλλά μόνο σε 68,44 nmol/L στην ομάδα που λάμβανε μόνο μετφορμίνη. Μετά από έξι μήνες, το μέσο επίπεδο βιταμίνης D ήταν 92,24 nmol/L στην ομάδα θεραπείας και 51,77 nmol/L στην ομάδα μόνο με μετφορμίνη.

Μεγαλύτερες μειώσεις A1C για όσουςλαμβάνουν βιταμίνη D

Στην αρχή της μελέτης, το μέσο επίπεδο A1C στην ομάδα θεραπείας με βιταμίνη D ήταν 6,56%, ενώ στην ομάδα που λάμβανε μόνο μετφορμίνη ήταν 6,74%. Μετά από τρεις μήνες, η μέση A1C στην ομάδα θεραπείας μειώθηκε στο 6,32%, ενώ ελάχιστα άλλαξε (6,66%) στην ομάδα που λάμβανε μόνο μετφορμίνη. Μετά από έξι μήνες, το μέσο επίπεδο A1c ήταν 6,48% στην ομάδα θεραπείας και 6,87% στην ομάδα μόνο με μετφορμίνη. Αυτό το σύνολο μετρήσεων, έγραψαν οι ερευνητές, “υποδεικνύει ότι οι από του στόματος ημερήσιες δόσεις βιταμίνης D βελτιώνουν τα επίπεδα A1C κατά την περίοδο των τριώ μηνών και των έξι μηνών”.

Οι ερευνητές σημείωσαν, ωστόσο, ότι η λήψη βιταμίνης D δεν άλλαξε τα μέτρα της υποκείμενης αντίστασης στην ινσουλίνη, κάτι που σημαίνει ότι δεν είναι ακριβώς σαφές γιατί η λήψη βιταμίνης D συνδέεται με καλύτερο συνολικό έλεγχο της γλυκόζης στο αίμα. Για το λόγο αυτό, απαιτείται περαιτέρω έρευνα, σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης.

Με πληροφορίες από Diabetes Self-Management

Σχετικά άρθρα

Μάθε πρώτος τα τελευταία νεα

Κάνε Subscribe στο newsletter μας

Θα λαμβάνεις δύο newsletter κάθε μήνα. Απεγγράψου όποια στιγμή θες εσύ. 

Μάθε πρώτος τα τελευταία νεα

Κάνε Subscribe στο newsletter μας

Θα λαμβάνεις δύο newsletter κάθε μήνα. Απεγγράψου όποια στιγμή θες εσύ. 

Skip to content